411 REFERENCE · Wiktionary
-φανής
Reference material by Wiktionary contributors. This retains its source identity and is not 411 news reporting.
Ancient Greek
Etymology
grc appearance :af grc:φαίνω<id:cause to appear> grc:-ής
From grc φαν-, the root of grc φαίνω, + grc -ής adjective suffix.
Combining form
grc combining form adjective-forming suffixes -φᾰνής m f neuter -φᾰνές
Combining form used in adjectives of appearance
Declension
-φᾰνής -φᾰνές
Synonyms
grc -ειδής
Derived terms
grc
grc ᾰ̓γᾰθοφᾰνής ἀγρῐοφᾰνής ᾰ̓́γχῐφᾰνής ἀειφᾰνής αἰγλοφᾰνής αἱμοφᾰνής ἀκραιφνής ᾰ̓κροφᾰνής ᾰ̓λλοφᾰνής ᾰ̓μαυροφᾰνής ᾰ̓μμοφᾰνής ᾰ̓μφῐφᾰνής ᾰ̓ξῐοφᾰνής Ᾰ̓ριστοφᾰ́νης ᾰ̓ρρενοφᾰνής ᾰ̓ρτῐφᾰνής ᾰ̓ρχαιοφᾰνής αὐτοφᾰνής ᾰ̓φᾰνής γαιοφᾰνής γεωφᾰνής γυμνοφᾰνής δεξῐοφᾰνής δηλοφᾰνής δημοφᾰνής δῐκαιοφᾰνής δουλοφᾰνής δῠσφᾰνής εἰδωλοφᾰνής ἐλαιοφᾰνής ἐλεφαντοφᾰνής ἐναντῐοφᾰνής ἐνῐαθτοφᾰνής ἐξωφᾰνής ἑτεροφᾰνής εὐλογοφᾰνής ἡμῐφᾰνής θειοφᾰνής θηλῠφᾰνής θηροφᾰνής ῐ̓σοφᾰνής καινοφᾰνής κρυσταλλοφᾰνής λαμπροφᾰνής Λεξῐφᾰ́νης λῐθαργῠροφᾰνής μεγᾰλοφᾰνής μεσοφᾰνής μετεωροφᾰνής μολυβδοφᾰνής ναρθηκοφᾰνής νεβροφᾰνής νυκτῐφᾰνής ξῠλοφᾰνής ὁμοιοφᾰνής ὀπισθοφᾰνής ὀφθαλμοφᾰνής πᾰλαιοφᾰνής παμφᾰνής πᾰνᾰφᾰνής πᾱσῐφᾰνής πεζοφᾰνής πολῠφᾰνής προσθοφᾰνής πρωτοφᾰνής πτωχοφᾰνής πῠρῐφᾰνής σαρκοφᾰνής σκῐοφᾰνής σολοικοφᾰνής ταυροφᾰνής ταὐτοφᾰνής τηλεφᾰνής ὑγροφᾰνής ῠ̔πνοφᾰνής ὑστεροφᾰνής ῠ̔ψηλοφᾰνής φᾰνόπτης χαλκοφᾰνής χρῡσοφᾰνής ψιμῡθῐοφᾰνής διαφανής ἐκφανής ἐμφανής ἐπιφανής καταφανής ὀφθαλμοφανής περιφανής προφανής συμφανής ὑπερφανής